Πρόπτωση γεννητικών οργάνων

Η πρόπτωση γεννητικών οργάνων είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα ή περισσότερα όργανα της πυέλου, όπως η μήτρα, η ουροδόχος κύστη, το ορθό ή το κολπικό κολόβωμα (σε γυναίκες μετά από υστερεκτομή), χάνουν τη φυσιολογική τους στήριξη και κατέρχονται προς τον κόλπο ή προβάλλουν μέσα από αυτόν. Οφείλεται στη χαλάρωση ή στο χάσμα των μυών και των συνδέσμων του πυελικού εδάφους, που φυσιολογικά συγκρατούν τα όργανα στη θέση τους.

Η χαλάρωση ή το χάσμα συσχετίζονται συχνότερα με τους τοκετούς, ιδίως όταν είναι πολλαπλοί ή εργώδεις, με την εμμηνόπαυση και την έλλειψη οιστρογόνων, την παχυσαρκία, τη χρόνια αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης (χρόνιος βήχας, δυσκοιλιότητα, άρση βαρών), την ηλικία και τη γενετική προδιάθεση. Σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή, μπορεί να εμφανιστεί πρόπτωση του κολπικού κολοβώματος.

Ανάλογα με το όργανο που συμμετέχει, η πρόπτωση μπορεί να εκδηλωθεί ως κυστεοκήλη (πρόπτωση ουροδόχου κύστης), ορθοκήλη (πρόπτωση ορθού), πρόπτωση μήτρας ή συνδυασμό αυτών. Τα συμπτώματα ποικίλλουν και εξαρτώνται από τον τύπο και τον βαθμό της πρόπτωσης. Πολλές γυναίκες αναφέρουν αίσθημα βάρους ή πίεσης στον κόλπο, την αίσθηση ότι «κάτι κατεβαίνει» ή την ψηλάφηση/προβολή μάζας στον κόλπο, ενοχλήματα στη σεξουαλική επαφή, χαμηλό κοιλιακό ή οσφυϊκό πόνο, καθώς και συμπτώματα από το ουροποιητικό ή το έντερο, όπως δυσκολία στην ούρηση, ακράτεια, συχνουρία ή δυσκοιλιότητα. Σε ήπιες μορφές, η πρόπτωση μπορεί να είναι ασυμπτωματική και να διαπιστώνεται τυχαία στη γυναικολογική εξέταση.

Η διάγνωση τίθεται κυρίως με την κλινική γυναικολογική εξέταση, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να συμπληρωθεί με υπερηχογραφικό έλεγχο ή εξετάσεις του ουροποιητικού, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει ακράτεια ούρων. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται και εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, τον βαθμό της πρόπτωσης, την ηλικία, τη γενική κατάσταση υγείας και τις ανάγκες της κάθε γυναίκας.

Σε ήπιες ή αρχόμενες μορφές προτιμώνται συντηρητικά μέτρα, όπως ασκήσεις ενδυνάμωσης του πυελικού εδάφους, τροποποίηση του τρόπου ζωής, απώλεια βάρους, αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρήση κολπικών πεσσών ή τοπικής οιστρογονικής αγωγής μετά την εμμηνόπαυση. Όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής ή τα συντηρητικά μέτρα δεν επαρκούν, η θεραπεία είναι χειρουργική. Οι σύγχρονες τεχνικές είναι κυρίως λαπαροσκοπικές ή διακολπικές, με στόχο την αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομίας και λειτουργίας, με ή χωρίς διατήρηση της μήτρας, ανάλογα με την περίπτωση.