Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) είναι μια συχνή ορμονική και μεταβολική διαταραχή που αφορά γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται κυρίως από διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και/ή αυξημένα ανδρογόνα και μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα, την εμφάνιση και τη μακροχρόνια υγεία της γυναίκας.
Ο όρος «πολυκυστικές ωοθήκες» περιγράφει ένα υπερηχογραφικό εύρημα, όπου οι ωοθήκες εμφανίζουν πολλά μικρά ωοθυλάκια. Η εικόνα αυτή είναι συχνή και μπορεί να υπάρχει χωρίς συμπτώματα και χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι η γυναίκα πάσχει από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Αντίθετα, το PCOS αποτελεί κλινικό σύνδρομο και διαγιγνώσκεται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και την παρουσία συμπτωμάτων.
Η ακριβής αιτιοπαθογένεια του PCOS δεν είναι πλήρως γνωστή. Φαίνεται να σχετίζεται με γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, ορμονικές διαταραχές και συχνά με αντίσταση στην ινσουλίνη. Το αυξημένο σωματικό βάρος μπορεί να επιδεινώνει την κλινική εικόνα, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση του συνδρόμου.
Τα συμπτώματα ποικίλλουν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα. Συχνότερα παρατηρούνται αραιομηνόρροια ή αμηνόρροια, ακμή, υπερτρίχωση, λιπαρότητα του δέρματος, αραίωση μαλλιών, αύξηση σωματικού βάρους ή δυσκολία απώλειας βάρους, καθώς και δυσκολία σύλληψης λόγω ανωορρηξίας. Σε βάθος χρόνου, το PCOS μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μεταβολικών διαταραχών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και οι διαταραχές λιπιδίων.
Η διάγνωση βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό, την κλινική εικόνα, τον ορμονικό έλεγχο και το γυναικολογικό υπερηχογράφημα. Σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά κριτήρια, απαιτείται η συνύπαρξη τουλάχιστον δύο από τα εξής: διαταραχές ωορρηξίας, κλινικά ή εργαστηριακά σημεία υπερανδρογονισμού και πολυκυστική μορφολογία ωοθηκών στο υπερηχογράφημα, αφού προηγουμένως αποκλειστούν άλλες αιτίες.
Δεν υπάρχει θεραπεία που να «εξαλείφει» το PCOS, ωστόσο η αντιμετώπιση είναι αποτελεσματική και εξατομικευμένη. Στόχος είναι η ρύθμιση του κύκλου, η ανακούφιση των συμπτωμάτων, η προστασία του ενδομητρίου και η μείωση των μακροχρόνιων μεταβολικών κινδύνων. Ο υγιεινός τρόπος ζωής, η ορμονική αγωγή, όπου ενδείκνυται και, σε περιπτώσεις υπογονιμότητας, η κατάλληλη αναπαραγωγική θεραπεία, αποτελούν βασικούς άξονες της αντιμετώπισης.