Η κολπική αιμορραγία είναι ένα σύμπτωμα που μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές φάσεις της ζωής της γυναίκας και δεν είναι πάντα αναμενόμενη. Χρειάζεται αξιολόγηση όταν εμφανίζεται εκτός περιόδου, μετά από σεξουαλική επαφή, όταν η περίοδος γίνεται ασυνήθιστα βαριά ή διαρκεί περισσότερο από 7 ημέρες, καθώς και σε κάθε αιμορραγία μετά την εγκατάσταση της εμμηνόπαυσης (δηλαδή αφού έχει περάσει ένας χρόνος χωρίς περίοδο). Ενδείξεις ότι η απώλεια αίματος είναι υπερβολική είναι, μεταξύ άλλων, η ανάγκη αλλαγής σερβιέτας/ταμπόν πολύ συχνά (π.χ. ανά ώρα για αρκετές ώρες), οι νυχτερινές αλλαγές και η παρουσία μεγάλων πηγμάτων.
Τα αίτια της μη φυσιολογικής κολπικής αιμορραγίας είναι πολλά και ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία και το ιστορικό. Συχνά σχετίζονται με καλοήθεις καταστάσεις όπως ινομυώματα, πολύποδες ενδομητρίου ή τραχήλου, αδενομύωση και διαταραχές ωορρηξίας (συχνότερες στην εφηβεία, στην περιεμμηνόπαυση, στο PCOS ή σε διαταραχές θυρεοειδούς). Μπορεί επίσης να οφείλεται σε φλεγμονές, σε διαταραχές πήξης, ή σε φάρμακα όπως αντιπηκτικά/αντιαιμοπεταλιακά. Στην εγκυμοσύνη η αιμορραγία απαιτεί πάντοτε άμεση εκτίμηση, καθώς μπορεί να σχετίζεται με αποβολή, έκτοπη ή μύλη κύηση. Στην εμμηνόπαυση, συχνές αιτίες είναι η ατροφία των ιστών, οι πολύποδες και η υπερπλασία, όμως πρέπει πάντα να αποκλείεται κακοήθεια του ενδομητρίου ή/και του τραχήλου.
Η διερεύνηση ξεκινά με αναλυτικό ιστορικό και γυναικολογική εξέταση. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρειαστούν τεστ κύησης (β-hCG), εργαστηριακός έλεγχος (π.χ. γενική αίματος, έλεγχος πήξης, ορμονικός έλεγχος), τεστ Παπανικολάου/HPV, έλεγχος για λοιμώξεις και υπερηχογράφημα μήτρας-ωοθηκών. Όταν υπάρχει ένδειξη ενδομήτριας παθολογίας ή αιμορραγία στην εμμηνόπαυση, συχνά απαιτείται υστεροσκόπηση με βιοψία ενδομητρίου για ασφαλή διάγνωση.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία, τη βαρύτητα της αιμορραγίας, την ηλικία και την επιθυμία τεκνοποίησης. Μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτικές επιλογές όπως ΜΣΑΦ, τρανεξαμικό οξύ, ορμονική ρύθμιση με προγεσταγόνα ή συνδυασμένα αντισυλληπτικά, καθώς και ενδομήτριο σπείραμα λεβονοργεστρέλης. Όταν η αιμορραγία οφείλεται σε μορφώματα ή δεν ανταποκρίνεται στη συντηρητική αγωγή, μπορεί να χρειαστούν επεμβατικές λύσεις όπως υστεροσκοπική αφαίρεση πολυπόδων, αντιμετώπιση ινομυωμάτων, ενδομητρική καταστροφή σε επιλεγμένες περιπτώσεις ή, σπανιότερα, υστερεκτομή.